αὐτοπρόσωπος

αὐτο-πρόσωπος, ον,
A in one's own person, without a mask, of an actor, Ath.10.452f, cf. Jul.Mis.367b;

αὐ. φανῆναι Luc.Pr.Im.3

;

αὐ. ὁρᾶν τὸ κάλλος Id.Tim.27

;

λέγειν Id.JTr.29

; speaking in one's own person, Sch.Il.Oxy.1086.64, al.;

συγγράμματα αὐ.

in which the author speaks in his own person,

Ammon. in Cat.4.16

; cf. αὐτοδιήγητος. Adv.

-πως, θεσπίσαι Ph.2.208

;

εἰσάγειν τοὺς κωμῳδουμένους Hermog.Stat.

II (v.l. -πους)

; ὑποκρινόμενος Him.Ecl.2.21

;

ἀντεπιστεῖλαι CPR20 ii 5

(iii A. D.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αὐτοπρόσωπος — in one s own person masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αυτοπρόσωπος — η, ο (AM αὐτοπρόσωπος, ον) αυτός που γίνεται με την παρουσία των ίδιων των προσώπων, όχι μέσω άλλου αρχ. (για ηθοποιούς) αυτός που εμφανίζεται στη σκηνή χωρίς προσωπείο …   Dictionary of Greek

  • αυτοπρόσωπος — η, ο επίρρ. ώπως αυτός που έγινε από το αμέσως ενδιαφερόμενο πρόσωπο και όχι με αντιπρόσωπο: Η αυτοπρόσωπη παρουσία του βοήθησε στην εξομάλυνση των πραγμάτων …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αὐτοπροσώπως — αὐτοπρόσωπος in one s own person adverbial αὐτοπρόσωπος in one s own person masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοπρόσωπον — αὐτοπρόσωπος in one s own person masc/fem acc sg αὐτοπρόσωπος in one s own person neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοπροσώποις — αὐτοπρόσωπος in one s own person masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοπροσώπου — αὐτοπρόσωπος in one s own person masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοπροσώπους — αὐτοπρόσωπος in one s own person masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοπροσώπων — αὐτοπρόσωπος in one s own person masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοπροσώπῳ — αὐτοπρόσωπος in one s own person masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοπρόσωπα — αὐτοπρόσωπος in one s own person neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.